
Ο νέος Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας, ο οποίος βρίσκεται σχεδόν στην τελική του μορφή και αναμένεται να τεθεί άμεσα σε δημόσια διαβούλευση, επιφέρει σημαντικούς περιορισμούς στις υποθέσεις που θα μπορούν πλέον να φτάνουν στον Άρειο Πάγο. Οι αλλαγές αυτές εντάσσονται σε μια συνολικότερη προσπάθεια επιτάχυνσης της απονομής δικαιοσύνης και εξορθολογισμού του συστήματος, με σκοπό η Ελλάδα να πλησιάσει τα ευρωπαϊκά πρότυπα στους χρόνους έκδοσης αποφάσεων.
Στο πλαίσιο αυτό, η μεταρρύθμιση στηρίζεται σε δύο βασικούς άξονες: την ενίσχυση των πειθαρχικών ελέγχων για τους δικαστές που καθυστερούν υπέρμετρα στην έκδοση αποφάσεων και την εισαγωγή φίλτρων και νέων δομών που περιορίζουν τη ροή υποθέσεων προς το ανώτατο δικαστήριο. Ήδη έχουν εφαρμοστεί οι πρώτες κυρώσεις – όπως περικοπές μισθού – σε 30 δικαστές, με την αρμοδιότητα πλέον να ανήκει στην πρόεδρο του Αρείου Πάγου. Επιπλέον, προβλέπεται η άμεση εκκίνηση πειθαρχικών διαδικασιών σε περιπτώσεις αδικαιολόγητης καθυστέρησης.
Ένας από τους βασικότερους μηχανισμούς αποσυμφόρησης θα είναι ο αποκλεισμός υποθέσεων με οικονομικό αντικείμενο κάτω των 80.000 ευρώ από τη δυνατότητα προσφυγής στον Άρειο Πάγο, εκτός εξαιρέσεων. Η πρόβλεψη αυτή λειτουργεί ως ισχυρό φίλτρο, καθώς κρίθηκε ότι πολλές από τις υποθέσεις αυτές δεν δικαιολογούν την προσφυγή στο ανώτατο επίπεδο. Παράλληλα, έχει τεθεί προς συζήτηση πρόταση της Ένωσης Δικαστών και Εισαγγελέων, ώστε ο προέλεγχος να περιορίζεται αποκλειστικά στα τυπικά και παραδεκτά στοιχεία των δικογράφων και όχι στην ουσία της υπόθεσης.
Επανέρχεται, επίσης, ο θεσμός του εισηγητή δικαστή, ο οποίος θα εξετάζει από την αρχή αν μια υπόθεση πρέπει να φτάσει σε δίκη, διευκολύνοντας τον διάδικο να γνωρίζει εγκαίρως αν υπάρχει πιθανότητα εξέλιξης. Οι εισηγητές θα είναι υποχρεωμένοι να εντοπίζουν άμεσα τυπικές ελλείψεις, ώστε να διορθώνονται εγκαίρως και να αποφεύγεται η πολυετής καθυστέρηση που οδηγεί τελικά σε απορρίψεις για διαδικαστικούς λόγους. Ακόμη, προβλέπεται αυτόματος καθορισμός δικάσιμου με την κατάθεση της αγωγής, μέτρο που στοχεύει στην απλοποίηση και την επιτάχυνση της διαδικασίας.
Η λογική των νέων ρυθμίσεων παραπέμπει στις πρόσφατες αλλαγές στο Συμβούλιο της Επικρατείας, όπου έχει ήδη εφαρμοστεί η δυνατότητα να απορρίπτονται αιτήσεις ακύρωσης και άλλα ένδικα μέσα από επιτροπές, χωρίς πλήρη εκδίκαση, όταν η υπόθεση δεν παρουσιάζει ιδιαίτερες νομικές ή πραγματικές δυσκολίες. Στην πράξη, αυτό έχει οδηγήσει σε σημαντική μείωση των υποθέσεων που φτάνουν στο ακροατήριο ή στην Ολομέλεια, γεγονός που αποτυπώνεται και στους αριθμούς: από τις 1.852 υποθέσεις που κατατέθηκαν στο ΣτΕ μέσα σε λίγους μήνες, σχεδόν οι μισές αντιμετωπίστηκαν με αυτή την ταχύτερη διαδικασία.
