
«Τις τελευταίες εβδομάδες δημοσιεύματα προαναγγέλλουν άλματα ανάπτυξης και γεωπολιτικές ανακατατάξεις στην Ελευσίνα. Τροπολογίες εμφανίζονται αιφνιδιαστικά ενώ επενδυτικά σχέδια εκατομμυρίων ή δισεκατομμυρίων για ναυπηγικά και ενεργειακά HUB, διαμετακομιστικά κέντρα, αμυντικούς διαδρόμους και λιμενικές ζώνες, παρουσιάζονται ως έτοιμα και αποφασισμένα, συνοδευόμενα από δηλώσεις όπως «το ΕΒΕΠ ψηφίζει Ελευσίνα» και «Εθνικό Συμφέρον», που ενισχύουν την εικόνα μιας πόλης γεμάτης υποσχέσεις.
Από τη μία ανακοινώσεις που αποφεύγουν να δώσουν απαντήσεις σε κρίσιμα ερωτήματα και από την άλλη αντιπαραθέσεις στο εσωτερικό της Ελευσίνας (Δημοτικά Συμβούλια και μέσα κοινωνικής δικτύωσης), εκφυλίζουν τη δημόσια συζήτηση και ακυρώνουν κάθε ουσιαστικό διάλογο. Και ενώ όλοι επικαλούνται το κοινό καλό και την ορθή ενημέρωση των πολιτών, η μεγαλύτερη απειλή για την πόλη προέρχεται πάντα εκ των έσω, με αποτέλεσμα η πόλη να παραμένει εκτεθειμένη και σκεπασμένη από ένα πέπλο ασάφειας που τροφοδοτεί φήμες και φημολογία γύρω από τα πραγματικά συμφέροντα.
Το παράδοξο είναι ότι η ίδια η κοινωνία της Ελευσίνας απουσιάζει από όλες αυτές τις διαδικασίες. Οι πολίτες ενημερώνονται μόνο από διαρροές, τίτλους εφημερίδων και επιφανειακές ανακοινώσεις, μια πρακτική όχι μόνο απαράδεκτη αλλά και προσβλητική. Η πόλη παρουσιάζεται σαν φιλέτο προς εκμετάλλευση και σαν άδειο οικόπεδο που περιμένει να χαραχθεί από τον επενδυτή. Η Ελευσίνα όμως δεν είναι οικόπεδο. Είναι πόλη με βαριά ιστορική κληρονομιά όπου οι κάτοικοί της έχουν προσφέρει γη, ύδωρ και αίμα για την ανάπτυξη όχι μόνο της Αττικής αλλά και ολόκληρης της Ελλάδας.
Ζούμε σε εποχές όπου στον 21ο αιώνα η διεθνής τάση δεν προκρίνει την καταστροφή και την εξάντληση των πόλεων, αλλά την αποκατάσταση και την αξιοποίησή τους. Η Ελευσίνα δεν αποτελεί εξαίρεση. Πρέπει να αναρωτηθούμε τι πραγματικά επιθυμούμε και πώς οραματιζόμαστε την πόλη μας, όχι βραχυπρόθεσμα έως το 2028 αλλά σε βάθος 20 ή 30 ετών. Την θέλουμε ως ενεργειακό και βιομηχανικό διάδρομο ή ως παγκόσμιο πολιτιστικό και τουριστικό προορισμό; Οι δύο αυτές κατευθύνσεις δύσκολα μπορούν να συνυπάρξουν καθώς οι απαιτήσεις της μιας συχνά ακυρώνουν τα πλεονεκτήματα της άλλης.
Σχετικά με το λιμάνι μέσα στον οικιστικό ιστό, πριν συζητηθεί οποιοδήποτε σχέδιο, πρέπει συλλογικά να απαντήσουμε σε κρίσιμα ερωτήματα. Θέλουμε λιμάνι στην Ελευσίνα; Σε ποια θέση και μορφή; Αν παραμείνει επιδιώκουμε τον εκσυγχρονισμό ή τη διατήρηση της υπάρχουσας κατάστασης; Αν αποφασιστεί η μεταφορά ποιες προϋποθέσεις θα διασφαλίσουν τον δημόσιο χαρακτήρα, την ασφάλεια των εργαζομένων και τα συμφέροντα της πόλης; Και τελικά πόσα λιμάνια αντέχει η Ελευσίνα, καθώς κάθε νέα εγκατάσταση αναδιαμορφώνει τον χαρακτήρα και καθορίζει το μέλλον της;
Ας θυμηθούμε ότι η Ελευσίνα έχει βρεθεί πολλές φορές σε κρίσιμα σταυροδρόμια. Πριν δεκαετίες, η εφημερίδα ΤΑ ΝΕΑ δημοσίευσε άρθρο (Φώτο 1) με τίτλο «Μια αδικημένη τουριστική γωνιά της Αττικής», επισημαίνοντας ότι παρά τη ρύπανση το τοπίο της Ελευσίνας διατηρούσε μοναδική ομορφιά. Ο αρθρογράφος τόνιζε ότι σε οποιαδήποτε άλλη χώρα η Ελευσίνα θα θεωρούνταν τόπος ανεκτίμητης αξίας, αρκεί να αναγνωριζόταν η αδικία και να διορθωνόταν γιατί όσο παραμένει αδικημένη, αδικείται και η ίδια η Αθήνα. Αντί για τον ιερό μυστηριακό χώρο της αρχαιότητας ο επισκέπτης συναντούσε καμινάδες και εργοστάσια, σε μια περιοχή με εξαίσια ακρογιαλιά, προικισμένη από τη φύση αλλά βεβηλωμένη από τα απορρίμματα και τα βιομηχανικά κατάλοιπα της εποχής. Η διαχείριση αυτή κατέληγε ο συντάκτης είναι η αιτία της κακοτυχίας της Ελευσίνας, μιας πόλης που ποτέ δεν της επετράπη να αναδειχθεί όπως της αξίζει.
Σήμερα η ιστορία επαναλαμβάνεται. Η Ελευσίνα συνεχίζει να παραμένει αδικημένη και χαρακτηρίζεται ως η πίσω αυλή της Αττικής. Πριν αρκετά χρόνια επιλέχθηκε για βαριά βιομηχανία μέσω αναγκαστικών απαλλοτριώσεων και άναρχων χωροθετήσεων χωρίς σεβασμό στη φυσική και ιστορική της κληρονομιά, ενώ ταυτόχρονα αποτέλεσε αντίπαλο δέος του Πειραιά (Φώτο 2). Σήμερα μετά την αναγνώρισή της ως Πολιτιστική Πρωτεύουσα της Ευρώπης η συζήτηση για λιμάνια και βαριά βιομηχανία επανέρχεται. Πώς μπορεί μια πόλη με ιστορία και ευρωπαϊκή αναγνώριση να επιστρέφει σε παραδοσιακά μοντέλα ανάπτυξης, όταν διαθέτει όλα τα εφόδια για ήπιο τουρισμό, πολιτιστική οικονομία, αναψυχή και πράσινες υποδομές; Η σημερινή μας συζήτηση δεν αφορά μόνο έργα και επενδύσεις αλλά κάτι βαθύτερο «την ταυτότητα που θέλουμε να δώσουμε στην πόλη μας».
Καμία απάντηση δεν μπορεί να δοθεί πίσω από κλειστές πόρτες, γραφεία ή κρυφούς διαδρόμους υπουργείων, ούτε μέσα από νυχτερινές τροπολογίες ή τον αλληλοσπαραγμό εντός της ίδιας της Ελευσίνας. Τα αναπτυξιακά ζητήματα ξεπερνούν την αίθουσα ενός Δημοτικού Συμβουλίου και σύμφωνα με την αρχή της επικουρικότητας οι αποφάσεις πρέπει να λαμβάνονται από την κοινότητα που ζει, εργάζεται και ανασαίνει στην πόλη. Μόνο έτσι με συλλογικό σχεδιασμό και ανοιχτό δημόσιο διάλογο μπορούν να διασφαλιστούν η διαφάνεια, η νομιμότητα και το μέλλον της πόλης.
Η Ελευσίνα δεν πρέπει να παραμείνει η Σταχτοπούτα της Δυτικής Αττικής. Θέλουμε να ζήσει το ευτυχισμένο τέλος του παραμυθιού, να αναγνωριστεί φορώντας το γυάλινο γοβάκι της πλήρους αποκατάστασης και να γίνει η βασίλισσα που της αξίζει. Μέχρι σήμερα η πραγματική της αίγλη παραμένει φυλαγμένη κυρίως στον περιφραγμένο χώρο του αρχαιολογικού χώρου, που θυμίζει τα λόγια του Αίλιου Αριστείδη το 170 μ.Χ «Ελευσίνα, το κοινό ιερό όλης της γης και από όλα τα θεϊκά που έχουν οι άνθρωποι το πιο φοβερό και συνάμα το πιο φωτεινό». Αργότερα το 1811, ο Σατωμπριάν σημείωνε «Η Ελευσίνα για εμένα είναι ο πιο αξιοσέβαστος τόπος στην Ελλάδα». Και ακόμη το 2016, η Ελένη Λαδιά υπενθύμισε «Η Ελευσίνα είναι η κοινή νοητή μας πατρίδα. Ας επιστρέψουμε στην Ελευσίνα. Και αν δεν μπορούμε, ας τη θυμόμαστε».
Για να μην οδηγηθεί η πόλη ξανά στη λήθη προτείνεται η διοργάνωση μιας ανοιχτής ημερίδας πολιτών, απόλυτα ανεξάρτητης και χωρίς καμία πολιτική χροιά, όπου θα παρουσιαστούν όλα τα διαθέσιμα δεδομένα και οι σχετικές αναλύσεις. Η ανάγκη αυτή γίνεται ακόμη πιο επιτακτική καθώς τα μέσα μαζικής ενημέρωσης συχνά διαπομπεύουν την Ελευσίνα, επικεντρώνοντας στα προβλήματα καθημερινότητας, κοινωνικής συνοχής και συμπερίληψης. Έτσι καλλιεργείται μια αρνητική εικόνα που οδηγεί σε περαιτέρω υποτίμηση και περιθωριοποίηση της πόλης, πλήττοντας τη φήμη και την αξιοπιστία των επαγγελματιών της (παρά το γεγονός ότι διακρίνονται στον τομέα τους) και επηρεάζοντας άμεσα την πραγματική αξία των περιουσιών των κατοίκων. Τα δεδομένα της ημερίδας θα καλύπτουν κρίσιμα ζητήματα, όπως λειψυδρία & υφαλμύρωση, συρρίκνωση δασών, αντιπλημμυρικά έργα, καύση απορριμμάτων, σωφρονιστικά καταστήματα, δίκτυα logistics και οδικών υποδομών, δραστηριότητες Βοτανικού, αγωγοί κτλ, καθώς η Ελευσίνα αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της Θριασίας λεκάνης και κάθε εξέλιξη σε αυτήν την επηρεάζει άμεσα.
Συνολικά όλα τα παραπάνω δημιουργούν μια «βόμβα» στρεβλής ανάπτυξης που υπερβαίνει τη φέρουσα ικανότητα της περιοχής και επιβαρύνει την καθημερινότητα των κατοίκων και των παιδιών. Δεν πρέπει να επιτρέψουμε να ξαναζήσουμε καταστάσεις όπως το 1979, όταν ο Γρηγόρης Μπιθικώτσης τραγούδησε «Τα παιδιά στην Ελευσίνα δεν χαμογελούν ποτέ, είναι πικραμένα κρίνα σαν το δάκρυ σου Χριστέ» (Φώτο 3) εμπνευσμένος από επεισόδια ρύπανσης και νεκρών ψαριών (Φώτο 4) στις ακτές. Σήμερα η σύγχρονη εκδοχή των στίχων δεν θα μιλούσε για παιδιά που θλίβονται αλλά για νέους που δεν ονειρεύονται εδώ, που δεν βρίσκουν χώρο να ανασάνουν και αναζητούν αλλού το μέλλον τους. Αυτή η φυγή αποτελεί τον πιο σαφή δείκτη της κρίσης στην ποιότητα ζωής και τη βιωσιμότητα της Ελευσίνας.
Η Ελευσίνα χρειάζεται ενεργούς και ενημερωμένους πολίτες που συμμετέχουν και αντιδρούν σε αόριστες εξαγγελίες ή ιδιοτελή συμφέροντα. Δεσμεύομαι σε όλους εσάς ως άνθρωπος και ως πολίτης που μελέτησε σε βάθος το Θριάσιο Πεδίο, να επιστρέψω στην κοινωνία που με μεγάλωσε τη γνώση που απέκτησα, συμβάλλοντας στη διοργάνωση της ημερίδας και παρέχοντας κάθε αναγκαία πληροφορία.
Σας καλώ να δώσετε τη γνώμη σας και εφόσον συμφωνείτε, να συμμετάσχετε και να διαδώσετε την πραγματοποίηση της ημερίδας των πολιτών, ώστε να μπορούμε να κοιτάζουμε ο ένας τον άλλον στα μάτια και να πούμε στα παιδιά μας ότι τουλάχιστον προσπαθήσαμε».
Με εκτίμηση, Ιωάννης Π. Παναγιωτούλιας

