
Επιστολή από τον Ντίνο Ρούσση
«Στο πρόγραμμά μου δημοσίευσης παλαιών (του 19ου αιώνα και των πρώτων δεκαετιών του 20ου) άρθρων εφημερίδων της εποχής που αναφέρονται στην Ελευσίνα, αντιγράφω σήμερα ένα πρωτοσέλιδο άρθρο της εφημερίδας ΕΜΠΡΟΣ του 1927. Μπορούμε να κάνουμε αρκετές συγκρίσεις με την σημερινή κατάσταση της πόλης και να βγάλουμε κάποια συμπεράσματα.
Η ιερά κατά την αρχαιότητα πόλις δια την εν αυτή λατρείαν της Δήμητρος και Κόρης και τα σχετικά προς ταύτην Ελευσίνεια μυστήρια, άτινα προσείλκυον επί χίλια και πλέον έτη ευλαβείς προσκυνητάς και εξ όλης της Ελλάδος, και τα οποία εξύμνησαν οι μεγάλοι της αρχαιότητος σοφοί, Πίνδαρος, Αισχύλος , Σοφοκλής, χωρίς ημείς σήμερον, ένεκα της τηρουμένης υπό των μεμυημένων μυστικότητος, να έχωμεν σαφείς ειδήσεις.
Η σημερινή μικρά βιομηχανική πολίχνη της Ελευσίνος με τα μεγάλα εργοστάσια οινοποιίας, σαπωνοποιίας και τσιμέντων, με τον μαγευτικόν ορίζοντα από του λόφου, όπου το εκκλησίδιον της Παναγίας (σ.σ. το εκκλησίδιον της Παναγίας λοιπόν, ούτε Μεσοσπορίτισσας ούτε Πολυσπορίτισσας ούτε κάποιου άλλου προσδιορισμού.
Γιατί οι μετέπειτα προσδιορισμοί είναι χαρακτηριστικά του τέλους του 2οου και των αρχών του 21ου αιώνα) , ολοκλήρου του κόλπου της Ελευσίνος μετά της απέναντι νήσου Σαλαμίνος, του Ναυστάθμου, της γραφικής παραλίας του Σκαραμαγκά, απέχει των Αθηνών 22 χιλιόμετρα, μεταβαίνει δε τις εις ταύτην δια του σιδηροδρόμου Πελοποννήσου ή δια της Ιεράς Οδού δια μέσου του Δαφνίου και της παραλίας του Σκαραμαγκά, επίσης δε και δια των μικρών ατμοπλοίων των εκτελούντων την συγκοινωνίαν Πειραιώς, Καματερού (σ.σ. το Καματερό είναι χωριό της Σαλαμίνας) , Ελευσίνος, Μεγάρων.
Εις την Ελευσίνα και δια του σιδηροδρόμου εγένετο την π. Κυριακήν η 104 εκδρομή του ημετέρου Φυσιολατρικού Συνδέσμου με αρχηγόν τον κ. Κ. Καθάρειον. Την εκδρομήν ταύτην δυνάμεθα να χαρακτηρίσωμεν λίαν διδακτικήν, παρά φυσιολατρικήν διότι λόγω της διαρκούς βροχής, περιορίσθημεν εις την εξέτασιν των εκεί αρχαιοτήτων παραμείναντες επ’ αρκετήν ώραν εις το εκεί Μουσείον όπου και εγένετο και η ωραία και διδακτική διάλεξις του κ. Καθαρείου.
Η αναχώρησις του σιδηροδρόμου εγένετο την 8 ¼ π.μ. κατά το 2 χιλ. ο σιδηρόδρομος διήλθεν προ των μύλων του Παινέση (σ.σ. μύλοι του Παινέση λέγονταν τότε ή αλλιώς οι Μύλοι των Αθηνών, τα σημερινά Σεπόλια δηλαδή), ως και την εξ 25 μέτρων σιδηράν γέφυραν του Κηφισσού, εστάθμευσε εις Κάτω Λιόσα (σ.σ. σημερινό Ίλιον), 5 χλμ , παρήλθε προ του πύργου της Αμαλίας, ιδιοκτησία σήμερον του κ. Σερπιέρη, δια να σταθμεύση και πάλιν εις Άνω Λιόσα, 10 χλμ, το ορμητήριον των εκδρομέων δια το χωρίον Χασιά και εκείθεν εις την γραφικήν Μονήν των Κλειστών και το φρούριον Θρασυβούλου.
Κατήλθεν έπειτα δια μικρών ελιγμών την πεδιάδα της Ελευσίνος, οπόθεν υπέροχος παρουσιάθη ο κόλπος αυτής, αφού δε εστάθμευσεν επί ολίγον εις τα Καλύβια της Χασιάς εσταμάτησε εις Ελευσίνα.
Η Ελευσίς κατά την αρχαιότητα δεν έχει ιδίαν ιστορίαν, διότι περιλαμβάνεται εις την ιστορίαν των Αθηνών των οποίων ήτο μία των σπουδαιοτέρων οχυρών θέσεων, δια τούτο και καταστρέφεται επί των Περσικών πολέμων μετά των Αθηνών, δέχεται έπειτα την κυριότητα των Μακεδόνων και Ρωμαίων και καταστρέφεται και πάλιν υπό των Γότθων.
Περί των εκεί αρχαιοτήτων πάμπολλοι ξένοι και ημέτεροι έχουσι γράφει, ο επισκέπτης όμως του Μουσείου δύναται να αγοράσει αντί δρχ 15 τον οδηγόν της Ελευσίνος του κ. Κ. Κουρουνιώτου, εάν θέλει να έχει μίαν ιδέαν των ερειπίων και καθοδηγηθεί επισταμένως. Εκ του σιδηροδρομικού σταθμού αμαξητή δενδρόφυτος οδός φέρει εις τας αρχαιότητας, την οποίαν και ημείς ελάβομεν (σ.σ. αμαξητή δεδρόφυτος οδός υπήρχε τότε στην Ελευσίνα για την εξυπηρέτηση των επισκεπτών της.
Ακριβώς (!) όπως και σήμερα δεν υπάρχει), καθ’ ον χρόνον ελαφρά βροχή περιέλουεν ημάς, εισήλθομεν δε δια της βορείας θύρας αμέσως εις πλακόστρωτον πλατείαν ήτις ήτο η αυτή του ιερού όπου οι εξ Αθηνών ευλαβείς προσκυνηταί ανεπαύοντο, προπαρασκευαζόμενοι δια διαφόρων πράξεων προς την είσοδον εις το ιερόν. Το πλακόστρωτον τούτο προεκτείνετο μέχρι του τελευταίου άκρου της Ιεράς οδού, ήτις ήρχιζεν από του Αθηναϊκού Διπύλου, δι’ αυτής δε διήρχετο η εξ Αθηνών εις Ελευσίνα ιερά θεωρία διά την τέλεσιν των Μυστηρίων.
Η πορεία αύτη διήρκει όλην την ημέραν, διότι εγίνετο πολύ βραδέως και ετέλει διαφόρους ευχάς και θυσίας προ των κατά μήκος της Ιεράς οδού πολλών βωμών και ναών. Κατά την επιστροφήν εκ της Ελευσίνος, μετά τον Άγιον Σάββα, όπου αι δύο σιηραί γέφυραι του εγένοντο «οι γεφυρισμοί» και τα «εξ αμάξης» ήτοι χονδρά αστεία υπό των παρά την γέφυραν ισταμένων προς τους επιστρέφοντες μεμυημένους, οίτινες και ανταπήντων εις τας κατ’ αυτών ύβρεις (σ.σ. διαφορετική είναι σήμερα η άποψη των αρχαιολόγων για τους γεφυρισμούς και τα εξ αμάξης). Εις το αριστερόν άκρον της πλατείας υπάρχει η βάσις του ναού της Προπυλαίας Αρτέμιδος, τον οποίον περιγράφει ο Παυσανίας εις το μέσον προβάλει κολοσσιαία προτομή του Αυτοκράτορος Αντωνίνου του Ευσεβούς (138-161), διότι επ’ αυτού ή δαπάνη αυτού εγένεοντο τα μεγαλοπρεπή προπύλαια κατ’ απομίμησιν των της Ακροπόλεως.

Ο εκδρομεύς ανερχόμενος τας εξ μαρμαρίνους βαθμίδας βλέπει επ’ αυτών τα ίχνη διπλής σειράς κιόνων και το κρηπίδωμα των προπυλαίων. Εις την βορειοδυτικήν γωνίνα του ναού της Αρτέμιδος υπάρχουν τα ερείπια βωμού η της εσχάρας όπου εθυσιάζοντο μικρά ζώα προς τιμήν της Δήμητρος και Κόρης, μεταξύ δε των ερειπίων ενός πύργου εις το ανατολικόν άκρον της νοτίας πλευάς της αυλής, έργον παλιοχριστιανικών χρόνων, και των προπυλαίων, είναι η θέσις του Καλλιχόρου φρέατος όπερ συνδέεται με τον μύθον της Δήμητρος, διότι ότε αύτη επλανάτο αναζητούσα την εξαφανισθείσαν θυγατέραν αυτής Περσεφόνην, την οποίαν την συναινέσει του Διός, ήρπασε ο Πλούτων και την ωδήγησεν εις τον Άδην δια του στομίου των δύο μεγάλων σπηλαίων άτινα είναι κάτωθεν του ογκώδους βράχου και εις ολίγην απόστασιν από του σπηλαίου, εκάθησεν εκεί ίνα αναπαυθεί και όπου το πρώτον είδεν αυτήν η γραία Ιάμβη υπηρέτρια του βασικέως Κελεου από του οποίου και εφιλοξενήθη. Μετά τα μεγάλα προπύλαια ο εκδρομεύς ευρίσκεται εις το ιερόν της Δήμητρος και Κόρης, του οποίου κυριώτερον οικοδόμημα ήτο το Τελεστήριον, ένθα ετελούντο το μυστήρια, περί των οποίων πολλά έχουσι γραφεί ουδέν όμως σαφές, οι αρχαίοι Έλληνες . ομιλούσι μεν περί της λαμπρότητος αυτών, κατανύξεως, φόβου και ελπίδων των παρισταμένων, σιγώσιν όμως δια τα εκεί τελούμενα.
Ο Παυσανίας ο περί πάντων ομιλών, όστις και εμυήθη, τα εξής περί των Μυστηρίων αποφαίνεται: ¨τα εντός του τοίχους του ιερού τότε όνειρον απείπε γράφεις¨. Οι μυούμενοι ώφειλον να τηρήσωσι μυστικότητα, διότι οι βέβηλο υπεβάλλοντο εις βαρυτάτας ποινάς. Δια των γενομένων ανασκαφών προέκυψεν, ύτι του Ιερού έγιναν τέσσαρες ανακαινίδεις 1) επί Πεισιστράτου,2) κατά τους Περσικούς πολέμου επί Κίμωνος και Περικλέους,3) Κατά τον 4ον αιώνα και 4) επί των Ρωμαϊκών χρόνων.
Ύπερθεν του ναού προβάλλει ογκώδης βράχος όπου και το εκκλησίδιον της Παναγίας μετά του ωραίου κωδωνοστασίου. Ο βράχος ούτος είναι η «Αγέλαστος Πέτρα» όπου εκάθησε η Δημήτηρ, παρά την Αγέλαστον δε Πέτραν είναι η βάσιε των μικρών Προπυλαίων ή Αππίου Πούλγρου, ευγανούς Ρωμαίου ανθυπάτου εν Ελλάδι των 44 π.Χ. μετά των μικρών προπυλαίων συνέχεται και το Ιερόν του Πλούτωνος, ολίγα δε βήματα δεξιά επί της οδού είναι τεθειμένα διάφορα ενεπίγραφ μαρμάρινα βάθρα χαλκών αγαλμάτων, δια των οποίων ομικλεί εις τον οδηγόν ο κ. Κ. Κουρουνιώτης.
Επί των υφηλοτέρων μερών του λόφου ήτο η αρχαία Ακρόπολις εκ της οποίας δεν σώζονται σήμερον, παρά ανάξιο λόγου ερείπια. Μετά την επισταμένην μελέτην των εκεί ερειπίων επισκέφθημεν το Μουσείον όπου και εγένετο η διάλεξις του κ.Καθαρίου. Τούτο ιδρύθη υπό της Αρχαιολογικής Εταιρείας, αποτελείται δεν εκ πέντε αιθουσών πλήρων αναγλύφων, γλυπτών, αγαλμάτων, αγγείων, επιγραφώνδια την εξέτασιν των οποίων παρεμείναμεν υπέρ την ώραν αφού άλλως τα και ο αργυρότοξος υιός Λητούς, ο διφρηλάτης Απόλλων, απέκρυπτε τας ζωογόνους ακτίνας του η δε βροχή συνεχίζεται.
Μετά την καθησύχασιν του διαμαρτυρομένου στομάχου εις το παρά την παραλίαν αξιοπρεπές ζυθεστιατόριον, επεσκέφθημεν την 3μμ το εκείι εργοστάσια Οίνων και Οινοπνευμάτων και σαπωνοποιίας όπου εις το μεν το πρώτο ο χημικός κ.Δημ. Αγγελάτος, εις δε ο δεύτερον ο χημικός κ. Γεράσιμος Μιχαήλ εν πάση λεπτομερεία ανέπτυξαν εις ημάς την τελουμένην εκεί εργασίαν. Πόσον διδακτικόν δια πολλού θα ήτο εάν συχνότερον εγίντοντο τοιαύται εκδρομαί εις όλους του αρχαιολογικούς και βυζαντινούς της πατρίδος μας τόπους. Α.ΚΟΝΤΕΡΗΣ».
